Για την Ελληνοτουρκική συνεργασία: Το «μεγάλο ντήλ» του Γιάννη Μπουτάρη

Ρεσιτάλ διπλωματικού ακτιβισμού έδωσε το τελευταίο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου ο Γιάννης Μπουτάρης πυκνώνοντας τις σχέσεις και τα δίκτυα επαφής μεταξύ της Θεσσαλονικιώτικης διοίκησης και παραγόντων του τουρκικού κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, ο δήμαρχος έθεσε όλα τα φλέγοντα για την τουρκική κρατική-επιχειρηματική στρατηγική ζητήματα που αφορούν στην πόλη.

Έτσι στο πλαίσιο του «Ιφτάρ» που διοργάνωσε με τις τουρκικές αερογραμμές ο δήμαρχος μίλησε για τζαμί, για μουσουλμανικό νεκροταφείο και μουσείο, καθώς και για την σχολή ισλαμικών σπουδών του ΑΠΘ.

Ο Γιάννης Μπουτάρης κομπάζει και υπερηφανεύεται για τούτη την στρατηγική του ότι θα «απογειώσει» την πόλη. Την προβάλλει δε, ακόμα και την μεγαλοποιεί ο ίδιος, προσβλέποντας ότι οι αντιδράσεις θα προέλθουν μόνο από την Χρυσή Αυγή και ακροδεξιούς κύκλους –με τρόπο και επιχειρήματα που επί της ουσίας λειτουργούν ως «βούτυρο στο ψωμί» της νέο-οθωμανικής και νεοραγιάδικης στρατηγικής.

Ωστόσο, το πρόβλημα με την στρατηγική του δημάρχου δεν έχει να κάνει με αντιδράσεις ακροδεξιών κύκλων, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι συγκρούεται ταυτοχρόνως με την κοινή λογική, τις βασικές παραμέτρους της γεωπολιτικής πραγματικότητας, και τις βασικές οικονομικές και αναπτυξιακές ανάγκες της πόλης. Ας γίνουμε σαφέστεροι:

Γεωπολιτικά σχέδια

Την παρούσα στιγμή, το τουρκικό κράτος εκφράζει μία μόνον τάση του μουσουλμανικού κόσμου, από τις πιο αυταρχικές, επιθετικές και ολοκληρωτικές. Οι αποδείξεις πολλές και πρόσφατες:

  • Το πώς ενεπλάκη στην διάλυση της Συρίας και χρηματοδότησε τις οργανώσεις εκείνες που βαρύνονται με τα μεγαλύτερα εγκλήματα έναντι των διαφορετικών θρησκευτικών ομάδων του συριακού κράτους.
  • Τον αυταρχικό και βάρβαρο τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζονται οι Αλεβίτες, οι Κούρδοι αλλά και οι ίδιοι οι Τούρκοι που έχουν επιλέξει έναν άλλον πολιτισμικό δρόμο πέραν του Ερντογανικού ισλαμισμού: Μέσω ενός απίστευτου κύματος αστυνομικής καταστολής, δολοφονιών, απαγορεύσεων, βάναυσης εισβολής του κράτους ακόμα και στις πιο προσωπικές πτυχές της ζωής των πολιτών της Τουρκίας.
  • Την ολότελα αντιδραστική και σκοταδιστική προοπτική που απεργάζεται το τουρκικό κράτος για την ευρύτερη περιοχή: Ποντάρει στην παρόξυνση της σύγκρουσης των πολιτισμών, πολεμάει κάθε διαφορετική και πιο φιλελεύθερη φωνή στο εσωτερικό του μουσουλμανικού κόσμου, ιδιαίτερα των Μουσουλμάνων των Βαλκανίων τους οποίους μέσω χρηματοδοτήσεων, και πολιτικής-διπλωματικής προστασίας προσπαθεί να «καπελώσει» και να τους μεταβάλει σε εργαλείο του τουρκικού ιμπεριαλισμού στην ευρύτερη περιοχή.

Κομμάτι αυτής της στρατηγικής, εξάλλου, είναι να μεταβληθεί η Θεσσαλονίκη στον κεντρικό «κόμβο» ενός εκλεπτυσμένου πολιτικού, πολιτιστικού και οικονομικού επεκτατισμού της Τουρκίας στα Βαλκάνια: εξ ου και η πρόθεση του τουρκικού κράτους να εξασφαλίσει τον έλεγχο των τζαμιών, των νεκροταφείων και των ισλαμικών τμημάτων ή οι βλέψεις που διατηρεί το τουρκικό κεφάλαιο για το λιμάνι και το αεροδρόμιο της πόλης.

Οικονομική εξάρτηση

Και ερχόμαστε τώρα στην οικονομία. Στρατηγική της Τουρκίας είναι να αξιοποιήσει το οικονομικό προβάδισμα που διατηρεί στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων (μαζί με την πολιτική της πυγμή και την στρατιωτική της υπεροχή) για να δημιουργήσει μια τετελεσμένη σφαίρα επιρροής που θα δίνει στην Άγκυρα το υψηλό πρόσταγμα πάνω σε όλες τις χώρες που αποτελούσαν μέρος της πάλαι ποτέ Οθωμανικής επικράτειας. Το επαναλαμβάνουν διαρκώς οι ίδιοι οι ιθύνοντες του τουρκικού κράτους όπου σταθούν και όπου βρεθούν. Και κυρίως οι Νταβούτογλου-Ερντογάν.

Όμως, η προσκόλληση στον τουρκικό πόλο ισχύος που επιδιώκει ο Γιάννης Μπουτάρης, θα είναι καταστροφική από πολλές απόψεις για την οικονομία της πόλης.

Η οικονομία της Θεσσαλονίκης είναι μια μικρή, ασθμαίνουσα, σε κρίση τοπική οικονομία με «βαριές στρεβλώσεις»: Υδροκεφαλισμός των υπηρεσιών και του τρίτου τομέα, ανυπαρξία δευτερογενούς παραγωγής, και η κατάρρευση σχεδόν όλων των δικτύων διασύνδεσης των κλάδων, οι οποίοι θα προσέφεραν συνθήκες ‘καθετοποίησης’, και άρα δημιουργία υψηλής προστιθέμενης αξίας στα προϊόντα της πόλης. Επομένως, η διασύνδεσή της με την τουρκική οικονομία, που διατηρεί όλα αυτά τα πλεονεκτήματα τα οποία εμείς δεν έχουμε, με μαθηματική ακρίβεια θα μεταβάλει την πόλη σε τουριστικό υποπρακτορείο, πεδίο ληστρικών επενδύσεων, λογιστικό κέντρο, και κέντρο πολιτικού ελέγχου της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων. Σε αυτήν την προοπτική, κατανοούμε πως ενταφιάζεται κάθε προοπτική αυτοδύναμης οικονομικής ανασυγκρότησης –αρκεί να φανταστούμε τι θα συμβεί στην ασθμαίνουσα πλέον παραγωγή της Βόρειας Ελλάδας αν η Θεσσαλονίκη καταστεί απλώς υποσταθμός της μεταφοράς των τουρκικών προϊόντων προς την Ευρώπη.

Το μπλοκ των «προθύμων»

Ο Γιάννης Μπουτάρης δεν είναι κανένας αφελής. Όλα τούτα τα γνωρίζει. Πλειοδοτεί όμως προς αυτή την κατεύθυνση καθώς εκφράζει ένα κομμάτι της άρχουσας τάξης της πόλης που επιδιώκει να «αυτονομηθεί» από την υδροκέφαλη Αθήνα και να κάνει μπίζνες με τους ισχυρούς της ευρύτερης περιοχής.

Μιαν ιδιότυπη συμμαχία εργολάβων και παραγόντων του real estate, ντήλερ πολυεθνικών, ξένων και ελληνικών τραπεζών, μεγαλοπαραγόντων της τουριστικής βιομηχανίας, αλλά και μια ολόκληρη μερίδα «διανοούμενων» (ή μήπως ‘διαδονούμενων’ στους ρυθμούς της εκάστοτε εξουσίας;) που ξεκινάει από καθηγητές πανεπιστημίων και παράγοντες της καταρρέουσας πολιτιστικής ζωής της πόλης. Είναι η Θεσσαλονικιώτικη εκδοχή των νέων α-εθνικών, κοσμοπολίτικων αρχουσών τάξεων του 21ου αιώνα που ασκούν αποικιοκρατία στον ίδιο τους τον τόπο.

Από την άλλοι, οι μέχρι τώρα κραυγές των γνωστών ακροδεξιών κύκλων της πόλης δεν έχουν καταφέρει παρά να συσκοτίσουν αυτήν την πραγματικότητα, να συκοφαντήσουν και να υπονομεύσουν κάθε κριτική στις δραστηριότητες της τοπικής εξουσίας, αλλά και να παρέχουν άλλοθι στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης ώστε να καλύπτει μια ολοφάνερα ιμπεριαλιστική πολιτική υπό τον μανδύα των «δικαιωμάτων», της «φιλίας» και της συνεννόησης. Ούτως ή άλλως αυτός ήταν παραδοσιακά ο ρόλος της ακροδεξιάς σε αυτήν την χώρα – αρκεί να θυμηθούμε πως άνοιξε το δρόμο για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Ένα μέτωπο αντίστασης, αξιοπρέπειας και λογικής

Το ψευδο-δίπολο προόδου και συντήρησης, κατασκευάζεται συστηματικά και συντηρείται από όσους συμμετέχουν σε αυτήν την ψευδο-αντιπαράθεση για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και συνοχής των «στρατοπέδων» τους. Λειτουργεί επίσης, όπως είπαμε, ενισχυτικά ως προς την κυρίαρχη στρατηγική καθώς τις παρέχει ιδεολογικά άλλοθι και προσχήματα.

Απέναντι σε αυτό το δίπολο είναι ανάγκη να χτίσουμε ένα μέτωπο αντίστασης, αξιοπρέπειας και λογικής –γιατί όπως είδαμε αυτό που διακυβεύεται με την στρατηγική του Γιάννη Μπουτάρη είναι το μέλλον της πόλης μας. Θα λέγαμε μάλιστα πως αν αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά αυτό το ψευδο-δίπολο, η πλειοψηφία των πολιτών της Θεσσαλονίκης θα καταλάβαινε και θα κατανοούσε τις πραγματικές διαστάσεις και τους κινδύνους της Μπουτάρειας στρατηγικής. Τι προτάσσει όμως αυτό το μέτωπο;

  • Πρώτα από όλα ότι το τουρκικό κράτος αποτελεί έναν από τους κεντρικούς παράγοντες αστάθειας, επεκτατισμού, καταπάτησης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων αυτοδιάθεσης στην ευρύτερη περιοχή. Η προοπτική που ευαγγελίζεται για τον 21ο αιώνα, ο νεο-οθωμανισμός, αξιώνει να μεταβάλει την χώρα μας, τα Βαλκάνια και μέρος της Μέσης Ανατολής σε ελεγχόμενα από αυτόν προτεκτοράτα. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της φρενήρης διπλωματικής, πολιτικής και οικονομικής δραστηριότητας του τουρκικού κράτους και κεφαλαίου και όχι η φιλία και η συνεννόηση.
  • Δεύτερον, η νεοραγιάδικη λογική που εκφράσει ο Γιάννης Μπουτάρης θέλει την τοπική αυτοδιοίκηση να παίζει το ρόλο του «Δήμου Επιχειρηματία» συνεργάτη και υποπράκτορα των ισχυρών συμφερόντων της ευρύτερης περιοχής. Απέναντι σε αυτήν την λογική πρέπει να αντιτάξουμε την παράδοση ελευθερίας, ανεξαρτησίας δημοκρατίας και αυτοδιάθεσης που ενυπάρχει στην δημοκρατική παράδοση του τόπου μας. Από τον Αριστοτέλη τον Σταγειρίτη η πόλις είναι ο κατ’ εξοχήν φορέας αυτών των αξιών. Η εγκατάλειψή τους στο όνομα μιας ψευδοανάπτυξης που ευνοεί και ενισχύει την μειοψηφία των ελίτ της πόλης, συνιστά επί της ουσίας μια ολιγαρχική εκτροπή της δημοκρατίας. Κοντολογίς, δεν μπορεί ο δήμαρχος για να συνεργάζεται με μακελάρηδες, ιμπεριαλιστές και τα λοιπά καθάρματα που κοσμούν αυτόν τον τόσο αξιοζήλευτο κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα ισχυριζόμενος ότι κάνει «άδολες μπίζνες».

Ο επικεφαλής της δημοτικής διοίκησης, αντί να παίζει με τα αεροπλάνα που του χάρισαν οι Τούρκοι μεγιστάνες, θα ‘πρεπε να μεριμνήσει για την παραγωγική ανασυγκρότηση της πόλης, να συνδέσει την αγροτική οικονομία των πέριξ πεδιάδων με έναν σοβαρό πόλο μεταποίησης, να ανασυστήσει την παραγωγή, και να συμβάλει στον προσανατολισμό του πανεπιστημίου ώστε να παράγει γνώση και καινοτομία για την οικονομική ολοκλήρωση της πόλης. Επίσης, να συμβάλει στην αποκατάσταση της (σχεδόν ανύπαρκτης) τοπικής δημοκρατίας, εγκαινιάζοντας μια μεγάλη πολιτιστική αναγέννηση που θα καταστήσει ξανά ικανούς τους πολίτες για να αυτοκυβερνώνται. Αυτές οι προοπτικές ενταφιάζονται όταν καλωσορίζεις στην πόλη επιθετικούς καπιταλιστές, που προέρχονται, δρουν και προωθούν μάλιστα ένα άκρως αυταρχικό πολιτικό πλαίσιο.

  • Τρίτον, επί της ουσίας για την πολιτιστική πολιτική της πόλης (και ολόκληρης της χώρας): Η Ελλάδα (και η Θεσσαλονίκη), λόγω θέσης, γεωπολιτικής ιδιαιτερότητας, ιστορίας, παράδοσης μπορεί και πρέπει να παίξει ρόλο γέφυρας μεταξύ του μουσουλμανικού, του ορθόδοξου και του δυτικού κόσμου. Κι έτσι μπορεί να συνεισφέρει ουσιαστικά στην παγκόσμια κατάσταση, αμβλύνοντας την «σύγκρουση των πολιτισμών» που είναι η μηχανή του αίματος και των δακρύων στον 21ο αιώνα. Αυτό όμως θα το κάνει ερχόμενος σε επαφή και συνεννόηση με δυνάμεις που επιθυμούν και εργάζονται για κάτι τέτοιο: Για παράδειγμα, με τους Αλεβίτες, τους Κούρδους, και όσους Τούρκους εργάζονται για τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας και την παύση του επεκτατισμού της. Με τους Πέρσες, τους Λιβανέζους, τους Σύριους και όσους απειλούνται με εξανδραποδισμό από τον ακραίο σουνίτικο φονταμενταλισμό.

Τέλος, βέβαια, η πολιτιστική πολιτική σε σχέση με τον μουσουλμανικό κόσμο θα πρέπει να γίνει σ’ ένα κλίμα αμοιβαιότητας και αλληλοπεριχώρησης. Δεν είναι δυνατόν ο ιστορικός Χριστιανισμός της Συρίας, του Ιράκ, της Παλαιστίνης και του Λιβάνου να απειλείται με οριστική εξαφάνιση, την ίδια στιγμή που ο Ερντογάν επιδιώκει να μεταβάλει σε τζαμί την Αγία Σοφία, εμείς να προχωρούμε σε μονομερή «ανοίγματα» προς το καθεστώς του. Ούτε βέβαια να προβάλουμε μια ψευδεπίγραφη, κατασκευασμένη εικόνα της «οθωμανικής Θεσσαλονίκης», υποκρύπτοντας ότι έπροκειτο για μια περίοδο κατάκτησης της πόλης, και καταπίεσης όλων των εθνικών ομάδων (Ελλήνων, Εβραίων, Αρμενίων) που ζούσαν στην πόλη, ενώ, την ίδια στιγμή το τουρκικό κράτος διαπράττει μια ‘γενοκτονία της μνήμης’ στην Κωνσταντινούπολη μ’ ένα κατασκευαστικό όργιο αναπλάσεων που αποσκοπεί να διαγράψει την μη-οθωμανική ιστορική κληρονομιά της πόλης.

«Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε». Η γεωπολιτική, και τα παιχνίδια της ισχύος αποτελούν καθοριστικό παράγοντα που κρίνουν τον βαθμό της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας των λαών. Δεν είναι δυνατόν να τα αγνοούμε «για μια χούφτα δολάρια» (ή τουρκικές λίρες). Ούτε βέβαια είναι εφικτό να υπάρξει κοινωνική δικαιοσύνη, δημοκρατία και προκοπή σε κοινωνίες ραγιάδων. Δυστυχώς, δεν είναι μόνο η Τρόικα, ο Φούχτελ ή οι ντόπιοι ολιγάρχες που απειλούν σήμερα την ύπαρξη του λαού μας. Τούτο θα πρέπει να το κατανοήσουμε καλά, και να μην αφήνουμε τις άρχουσες τάξεις της πόλης να παίζουν «εν ου παικτοίς» με ζητήματα που θα κρίνουν το μέλλον μας.

«Μένουμε Θεσσαλονίκη»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s