O ναός της Αφροδίτης και η αναγκαιότητα μιας πολιτιστικής πολιτικής: Εισήγηση εκ μέρους της παράταξης Μένουμε Θεσσαλονίκη στην εκδήλωση της 19-12-2018

Ο ναός της Αφροδίτης και η αναγκαιότητα μιας πολιτιστικής πολιτικής.

Εισήγηση εκ μέρους της παράταξης Μένουμε Θεσσαλονίκη στην εκδήλωση που διοργανώθηκε από το Μένουμε Θεσσαλονίκη στις 19 Δεκεμβρίου 2018, στην αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θεσσαλονίκης:

 

«Διοργανώσαμε ως Μένουμε Θεσσαλονίκη αυτήν την ενημερωτική εκδήλωση για τις τύχες του περίφημου ναού που βρίσκεται στην πλατεία Αντιγονιδών, γιατί πιστεύουμε ότι η περίπτωσή του είναι χαρακτηριστική της δυσανεξίας που επιδεικνύει ο Δήμος Θεσσαλονίκης στην χάραξη μιας ολοκληρωμένης, τοπικής πολιτιστικής πολιτικής. 

Δεν χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί η ιστορία της Θεσσαλονίκης αποδίδει στην πόλη ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Πηγάζει από το ίδιο το βάθος το ιστορικό, και αν αναλογιστούμε την πόλη στην σύνολη πορεία της μέσα στο χρόνο, σε συνδυασμό με την πολιτιστική, οικονομική και διοικητική βαρύτητα που είχε ήδη από την στιγμή της ίδρυσής της θα κατανοήσουμε ότι πρόκειται για μια από τις ιστορικότερες πόλεις της νοτιοανατολικής Ευρώπης. 

Εκείνο που πολλαπλασιάζει την αξία της δεν είναι τόσο πολύ η διάρκεια, άλλες τριάντα ή σαράντα πόλεις στην Ευρώπη είναι μακροβιότερες, αλλά το ιδιαίτερο πολιτιστικό ίχνος που αφήνει πίσω της: Η χρονική ενότητα μέσα στο συγκεκριμένο χώρο, η πολιτιστική της μετεξέλιξη από τα ελληνιστικά χρόνια, στα ρωμαϊκά και τα βυζαντινά φέρει μέσα της, και άρα αποτυπώνει στα μνημεία της διεργασίες μείζονες και οικουμενικές: Η ελληνιστική παγκοσμιοποίηση του Αλεξάνδρου, η ελληνορρωμαϊκή αυτοκρατορία, το Βυζάντιο μέσα από την σχέση και την ένταση του νέου χριστιανικού πνεύματος με το πνεύμα του αρχαίου κόσμου, αλλά και ως έκφραση του ορθόδοξου κοσμοπολιτισμού και της αίγλης που αυτός είχε σε ολάκερη την Ανατολική Ευρώπη. Κι αργότερα, η πόλη στην οθωμανοκρατία ως μεταίχμιο μεταξύ Δύσης και Ανατολής, με όλη την υπόγεια ζωή στην οποία καταδικάστηκαν όλες οι υπόδουλες εθνότητες που διέμεναν τότε σε αυτήν, όλα αυτά τα στοιχεία αποδίδουν αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα. Που είναι σαν να έχει η πόλη ταυτόχρονα κάτι από την Πέλλα, και τη Ρώμη, κάτι από την Κωνσταντινούπολη και το Λίβανο, μαζί με το νεωτερικό αποτύπωμα που της άφησε βέβαια ο Ερνέστος Εμπράρ, που σε συνδυασμό με την πολιτιστική αναγέννηση της πόλης θα δώσει μέσα στον 20ο αιώνα την μοντέρνα της φυσιογνωμία. 

Η ενοποίηση αυτής της ιστορικής διαδρομής σ’ ένα ενιαίο αφήγημα, ικανό να αναπαραστήσει το ιστορικό βάθος και την πολιτιστική σημασία που αυτό φέρει μέσα του, αποτελεί ένα εγχείρημα που επί της ουσίας θα ολοκληρώσει την μητροπολιτική ωρίμανση της πόλης. Με το να επισημάνουμε την ιστορική κεντρικότητά της, όχι θεωρητικά, αλλά πρακτικά, μέσα από τον εμπλουτισμό της φυσιογνωμίας της μ’ ένα οργανωμένο δίκτυο μνημείων, αυτό που κάνουμε στην πραγματικότητα, είναι να υπερβαίνουμε τους επαρχιακούς ορίζοντες τους οποίους μας έχει καθηλώσει ένα κράτος υδροκέφαλο, και να ανοίγουμε το παράθυρο της πόλης προς την οικουμένη. Κι είναι αυτός ακριβώς ο λόγος, για τον οποίον εμείς πάντοτε πιστεύαμε, σε αντίθεση με την απερχόμενη διοίκηση ότι η ελληνικότητα, και η διαχρονία με την οποία εκδηλώνεται σε αυτήν την πόλη, δεν είναι παράγοντας συντηρητισμού –όπως οι ίδιοι ανέκαθεν ισχυριζόταν– αλλά αντίθετα το αποφασιστικό στοιχείο που την καθιστά μια κοσμόπολη.  

Μέσα από την αναβάθμιση του ιστορικού και πολιτισμικού βάθους  της Θεσσαλονίκης, αποκαθιστούμε την ιδιαίτερη βαρύτητα της πόλης, τόσο μέσα στον ελλαδικό χώρο (o οποίος χρήζει χωροταξική αναδιοργάνωση, ώστε να αποκεντρωθεί επιτέλους, και να αποκαταστήσει όλες τις παραγκωνισμένες τοπικότητες μέσα στην ύπαρξη του ελληνικού έθνους). Όσο και ευρύτερα, όμως, ως μια πόλη-κόμβος της νοτιοανατολικής Ευρώπης που κομίζει από την ίδια της την ιστορία μια εναλλακτική εκδοχή περιφερειακής οργάνωσης αυτού του χώρου, που υπερβαίνει την διελκυστίνδα της ισχύος, μεταξύ της αποικιοκρατίας που μας έρχεται από την Δύση, και της ισλαμικής επέκτασης που έρχεται από την Ανατολή. 

Σε αυτό το πλαίσιο η ολοκληρωμένη πολιτιστική πολιτική του Δήμου Θεσσαλονίκης που περιγράφουμε αποκτάει ιδιαίτερη αξία. Θα πρέπει να ιδωθεί ως επένδυση, καθώς η υλοποίησή της θα επιφέρει πολλαπλή προστιθέμενη αξία, κοινωνική, πνευματική αλλά και  εξαιτίας αυτών, τουριστική.   

Ο ναός της Αφροδίτης είναι το εμβληματικό μνημείο του 5ου αιώνα, το οποίο μεταφέρθηκε κατά την ρωμαϊκή περίοδο στην θέση που βρίσκεται τώρα, όπου άλλαξε και η χρήση του με βάση τις τότε αυτοκρατορικές λατρείες. Η εμβληματικότητά του έγκειται στο ότι μας μιλάει για τις απαρχές της πόλης, είναι ένα μνημείο της πολύ πρώιμης περιόδου της, τέτοιου που δεν υπάρχει σήμερα στον αστικό της ιστό. 

Η θέση του, επιπλέον, είναι ευνοϊκή στο ότι μπορεί ως αποκατεστημένο μνημείο να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ της ρωμαϊκής αγοράς, και των βυζαντινών μνημείων της δυτικής πτέρυγας του ιστορικού κέντρου (τα τείχη, τον ναό των Αγίων Αποστόλων κ.ο.κ.).  

Άρα, ως εύρημα αρχαιολογικό, και ως δυνάμει μνημείο διατηρεί πολύ σημαντική θέση. Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε μια προσπάθεια προώθησης της ιδέας για μια ολοκληρωμένη πολιτιστική πολιτική του Δήμου Θεσσαλονίκης, από εκεί -τώρα μάλιστα που ο ναός κινδυνεύει. 

Το γεγονός δε ότι έφτασε να απειλείται ξανά με προστατευτική κατάχωση λόγω υπέρογκου κόστους αποκατάστασης, σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις, συμπυκνώνει ακριβώς το σύνολο των παθογενειών που αποτρέπουν αυτήν την στιγμή τους θεσμούς της πόλης από το να συνειδητοποιήσουν και να υλοποιήσουν μια πολιτιστική και αρχαιολογική πολιτική ενοποίησης της ιστορικής της πορείας, μέσα από την ολοκλήρωση ενός δικτύου μνημείων μέσα στον ίδιο της το χώρο, που να αναδεικνύουν ακριβώς την διαχρονία της. 

Εξάλλου, το επιχείρημα της έλλειψης πόρων δεν ευσταθεί επαρκώς -καθώς οι πόροι δεν βρίσκονται επειδή οποιαδήποτε παρέμβαση σχετική με τον ναό, βρίσκεται πολύ χαμηλά στις πολιτικές προτεραιότητες των κυβερνώντων. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, ο Δήμος να επιδιώκει την απορρόφηση 8 εκ. € για απαλλοτριώσεις από το «Πράσινο Ταμείο» και να μην μπορεί να εντάξει και το συγκεκριμένο έργο στο ίδιο πλαίσιο, προτείνοντας την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου; Αλλά και δίχως το Πράσινο Ταμείο· αυτές τις μέρες, λήγει ένα πρόγραμμα υποβολής προτάσεων για την επόμενη προγραμματική περίοδο του ΕΣΠΑ, που διευκολύνει τις συνέργειες μεταξύ δημόσιων φορέων, και αναφέρει ως μια από τις επιλέξιμες δράσεις του την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σαν να περιγράφει δηλαδή το ναό της Αφροδίτης. Ωστόσο, καμία προσπάθεια δεν έγινε από την παρούσα δημοτική αρχή, ώστε να ενταχθεί το έργο της ολοκλήρωσης της ανασκαφής και της ανάδειξής του σε μνημείο σε αυτό το πρόγραμμα -πράγμα που είναι ενδεικτικό για το γεγονός ότι η αδιαφορία και όχι οι αντικειμενικές δυσκολίες είναι η κυριότερη αιτία για την εγκατάλειψη του ναού.»

 

Στον παρακάτω δεσμό, μπορείτε να ακούσετε το ηχητικό αρχείο της εκδήλωσης:

Εκδήλωση για το ναό της Αφροδίτης στις 19-12-2018

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s