Θεσσαλονίκη: Το τέλος της μεγάλης αυταπάτης

Εισήγηση του Γιώργου Ρακκά, στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε από την δημοτική μας παράταξη στις 21/10/2018

Το γεγονός ότι η τοπική αυτοδιοίκηση είναι από τον χαρακτήρα της αρκετά προσωποκεντρική –πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια διοίκηση στην Θεσσαλονίκη, που έπαιξε κατ’ εξοχήν με αυτό το στυλ της πολιτικής– δεν αναιρεί το γεγονός ότι πίσω από τα πρόσωπα κυβερνούν νοοτροπίες, αξίες, αντιλήψεις. Έτσι, όλη φιλοσοφία που κρύβεται πίσω από την πολιτεία της διοίκησης Μπουτάρη, ουσιαστικά μπορεί να αναχθεί σε μια άποψη που έχει ο ίδιος, το περιβάλλον του, αλλά και ευρύτερα τα στρώματα και οι μερίδες της κοινωνίας που εκφράζει. Μια άποψη για το πώς λειτουργεί ο κόσμος, που άρα έχει να κάνει και με το πώς θα λειτουργήσουμε μέσα σε αυτόν.

Η άποψη αυτήν ήθελε την παγκοσμιοποίηση να εισάγει ένα καινοφανές υπερεθνικό πεδίο δραστηριότητας στο οποίο κεφάλαια, μηχανισμοί πολιτικών αποφάσεων, άνθρωποι κυκλοφορούν και λειτουργούν απελευθερωμένοι από τις δεσμεύσεις της εθνικής και της υποεθνικής εντοπιότητας: Ο Γιάννης Μπουτάρης είχε αναπτύξει αυτό το σκεπτικό πολλάκις σε εκδηλώσεις και στο Δημοτικό Συμβούλιο. Σύμφωνα με αυτήν, λοιπόν, αρκεί να μεταπηδήσουμε σε αυτό το κατ εξοχήν πεδίο του νέου θαυμαστού κόσμου, να παίξουμε με την δυναμική του, ώστε να μεταβληθούμε από «κακομοίρηδες» στο νέο δημιουργικό υποκείμενο του 21ου αιώνα, τον «παγκόσμιο άνθρωπο». Το πρόβλημα με αυτήν την αντίληψη είναι ότι πρόκειται για φαντασιοπληξία. Ότι στερείται εκείνο ακριβώς για το οποίο καυχιέται, ρεαλισμό και ψύχραιμη ματιά.

Σήμερα, 2018, που ένας κύκλος του παγκόσμιου συστήματος κλείνει, μέσα στις οχλοβοές και τον πάταγο πολέμων, αδιανόητων για τις προηγούμενες δεκαετίες ανταγωνισμών, –βλέπετε ότι στη Συρία, η εκεί σύγκρουση μετεξελίχθηκε διαδοχικά από εμφύλια, σε ενδοϊσλαμική περιφερειακή σύγκρουση, που σήμερα κινδυνεύει να μετεξελιχθεί ανοιχτά σε παγκόσμιο πόλεμο, τον ‘οικονομικό πόλεμο’ που κήρυξε ο Τραμπ στην Κίνα, τις τάσεις επιστροφής στο εθνικό συμφέρον που εκφράζεται όχι μόνον από την ευρωπαϊκή ακροδεξιά, αλλά ακόμα και απ’ αυτόν τον κεντρώο φιλελεύθερο Εμμανουέλ Μακρόν– αν λοιπόν τα δει κανείς όλα αυτά με μια διάθεση να εξάγει χρήσιμα και λειτουργικά συμπεράσματα, θα κατανοήσει ότι η παγκοσμιοποίηση όχι μόνο δε λειτουργεί πια, αλλά στην πραγματικότητα δεν λειτουργούσε ποτέ ως αναίρεση της σημασίας του εθνικού, και του υποεθνικού, τοπικού επιπέδου.

Δείτε, λογουχάρη, το ποιες χώρες σήμερα έπειτα από 30 χρόνια παγκοσμιοποίησης, έχουν καταφέρει να διευρύνουν την ελευθερία των κινήσεών τους, τόσο στο εσωτερικό τους, όσο και σε διεθνές επίπεδο: Είναι για παράδειγμα η Γαλλία, που εγκατέλειψε την εθνική της παραγωγή, ανοίγοντας περίσσοτερο την οικονομία της στη χρηματιστηριοποίηση, που αφέθηκε περισσότερο να επηρεαστεί από τον πολιτιστικό εξαμερικανισμό, αλλά και να εγκαταλείψει την κληρονομία του ρεπουμπλικανισμού της ή μήπως είναι η Γερμανία, που επένδυσε αποφασιστικά στην εθνική της παραγωγή, επιτρέποντάς της μάλιστα να εγκαθιδρύσει ευρύτερα, περιφερειακά δίκτυα με την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη, να επιμείνει στις αρετές του γερμανικού της κράτους κ.ο.κ.; Και το λέω αυτό ανεξάρτητα από το αν μας αρέσει η σημερινή της πολιτική ή όχι.

Τα ίδια μπορούν να λεχθούν και στο επίπεδο των πόλεων και το υποεθνικών τοπικοτήτων –για να γίνουμε πιο σχετικοί με το θέμα μας, και να πάμε επιτέλους στα δικά μας. Ποια πόλη είναι σε καλύτερη κατάσταση σήμερα, τα Τρίκαλα, που συντήρησαν μια παραγωγική δομή σχετικά κάθετη, που ξεκινάει από τον αγροκτηνοτροφικό τομέα, περνάει σε μορφές μεταποίησης –κυρίως τροφίμων– και καταλήγει στον τριτογενή με μεγάλες εισαγωγικές επιχειρήσεις οι οποίες επιτρέπουν την επανεπένδυση των κεφαλαίων που παράγονται από τους άλλους δυο τομείς; Ή μήπως η Πάτρα ή η Θεσσαλονίκη;

Και αυτό λέγεται για να τονιστεί ότι σαφώς υφίσταται σχέση μεταξύ του ενδογενούς οικονομικού, κοινωνικού και πολιτισμικού δυναμισμού, και της τοπικοαυτοδιοικητικής κατάστασης: Τα Τρίκαλα λοιπόν, που εκσυγχρόνισαν την παράδοση της νοικοκυροσύνης των πέριξ ορεινών κοινοτήτων –μια παράδοση αιώνων– που επένδυσαν αποφασιστικά στο Μουσείο Τσιτσάν δεν είναι τυχαίο ότι έχουν τον Δήμαρχο που έχουν, και παρουσιάζει τα επιτεύγματα στην τοπική αυτοδιοίκηση που διαφημίζονται πανελληνίως ως πρότυπο. Γιατί φρόντισαν να οικοδομήσουν μια πραγματική δυναμική, που έχει ρίζες, πραγματικά θεμέλια, και εκτείνεται σεβόμενη τους νόμους της βαρύτητας, «από τα κάτω προς τα πάνω».

Η λογική της παγκοσμιοποίησης παράγει ρήγματα στην πόλη

Σε αντίθεση με την Θεσσαλονίκη, όπου ο κυρ Γιάννης είχε μια αντίληψη για την παγκοσμιοποίηση θρησκευτικού τύπου, ότι θα μας φέρει «το μάνα εξ ουρανού», και γι’ αυτό απογειώθηκε ο ίδιος, έχασε την σχέση του με την εθνική και την υποεθνική πραγματικότητα, και νόμιζε ότι επειδή του φέρονται όμορφα στα διεθνή φόρα, και τον θεωρούν έναν δικό τους άνθρωπο, ότι αυτό αρκεί για να κυβερνήσει μια ολόκληρη πόλη.

Αυτή η στρατηγική, όμως, ας την πούμε της αποεδαφικοποίησης δεν παράγει συνοχή, ευημερία, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη του τόπου μας, αλλά «ρήγματα» και διχασμό.

Ας δούμε την κεντρική οικονομική αντίφαση της θεσσαλονικιώτικης οικονομίας, όπου φτάσαμε σήμερα να θεωρούμε τον τουρισμό βαριά της βιομηχανία. Κατ’ αρχάς, η πόλη έχει τουρισμό όσο η Ρόδος, των 100.000 κατοίκων, και περιμένει να ταΐσει 1.000.000 από αυτούς. Μιλάμε για φαντασιοκοπία.

Ύστερα, ακριβώς επειδή η τουριστική οικονομία αναφέρεται στο εξωτερικό, και δεν έχει γίνει καμιά σοβαρή προσπάθεια ώστε να διασυνδεθεί με την πρωτογενή και την δευτερογενή παραγωγή, το οικονομικό της κύκλωμα έχει αποκοπεί από την υπόλοιπη οικονομία: Γι’ αυτό αυξάνονται οι επισκέπτες, αυξάνονται και τα έσοδα, και ταυτοχρόνως η αγορά… πέφτει, η ανεργία αυξάνεται, ο μέσος μισθός στην πόλη μειώνεται, η ετεροαπασχόληση και η μαύρη εργασία –κατ εξοχήν προϊόντα αυτού του τύπου της οικονομικής ανάπτυξης– αυξάνονται.

Και βέβαια τα κέρδη, η τουριστική πρόσοδος που την λένε, δεν επανεπενδύονται εδώ –γιατί ακριβώς η υπόλοιπη οικονομία μαραζώνει– αλλά φεύγουν από την πόλη, όπως κάποια στιγμή φεύγουν και εκείνοι που την επισκέπτονται. Άρα εντοπίζεται ένα ρήγμα, μεταξύ μιας μειοψηφίας κυρίως κεφαλαιούχων, που κερδίζουν, και μιας πλειοψηφίας που βλέπει την ζωή της να υποβαθμίζεται.

Το ίδιο ρήγμα μπορεί να επιβεβαιωθεί και σε ό,τι αφορά στα πολιτικά της πόλης. Ο Γιάννης Μπουτάρης επαίρεται ότι με τον διεθνή διπλωματικό και επικοινωνιακό του ακτιβισμό, έχει πολλαπλασιάσει την ‘μαλακή ισχύ’ (soft power) του δημαρχιακού αξιώματος της πόλης. Την ίδια στιγμή όμως, επειδή ακριβώς η διπλωματία του αγνοεί τις γεωπολιτικές προϋποθέσεις ώστε να παραμείνει η Θεσσαλονίκη μια ανεξάρτητη πόλη σε μια ανεξάρτητη χώρα, έχουμε φτάσει στο σημείο ώστε η ελληνική κρατική κυριαρχία και οι ελευθερίες με τις οποίες αυτή διαποτίζεται να αμφισβητείται μέσα στην πόλη.

Έκανε την διπλωματία που έκανε όλα αυτά τα χρόνια με την γειτονική Τουρκία. Εμείς του λέγαμε: Η αντίληψη ότι «το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο είναι χαζοφιλελεύθερη, και ιστορικά έχει καταρριφθεί παταγωδώς». Μας κορόιδευε ως ιδεολόγους. Σήμερα το αποτέλεσμα είναι ότι ο Τούρκος πρόξενος αισθάνεται ότι έχει την άτυπη ισχύ, και εκβιάζοντας μέσω των ερεισμάτων που έχει αποκτήσει η χώρα του στην τοπική οικονομία, να κρίνει ποιος θα μπαίνει και ποιος όχι στο Μέγαρο Μουσικής της Πόλης, και να αποκλείει ανθρώπους λόγω πολιτικών φρονημάτων. Προσέξτε: Σε ένα κράτος δικαίου όπως η Ελλάδα, όπου η πρόσβαση στον δημόσιο χώρο θεωρείται ελεύθερη, που τέτοια έχουν να γίνουν από την εποχή της δικτατορίας ουσιαστικά, έρχεται ο πρόξενος να εφαρμόσει τα ήθη και τις πρακτικές του Ερντογάν.

Για να μη μιλήσουμε για εκείνους τους απίθανους, αγέλαστους ομολόγους του της Σμύρνης, που μας έφερε, και εκθείαζαν μέσα στο δημοτικό συμβούλιο τον Κεμάλ, φονέα και γεονκτόνο του Μικρασιατικού Ελληνισμού, με τον ίδιο να χαμογελάει παίζοντας τον άνετο: Φαντάζεστε έναν οποιοδήποτε δήμαρχο στο Ισραήλ, να είχε την ίδια συμπεριφορά σαν κάποιος Γερμανός τον επισκέπτονταν εκθειάζοντας τον Χίτλερ; Και φυσικά, δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι ίδιοι άνθρωποι σήμερα, το κόμμα τους, που ο Δήμαρχος εκθείαζε ως μετριοπαθές, ζητάει από τον Ερντογάν εν είδει αντιπολιτεύσης να καταλάβει άμεσα ελληνικά νησία τα οποία κακώς έχει «παραχωρήσει» (;) στην Ελλάδα. Που να μην ήταν και μετριοπαθείς δηλαδή.

Και φυσικά είναι και η όλη ιστορία με τον Ζάεφ, και το σκοπιανό, δηλαδή, μια υπαρκτή αντίθεση μεταξύ των δυο κοινωνιών, η οποία επί της παρούσης παροξύνεται στην βάση του αλυτρωτισμού πάνω στον οποίον έχει συγκροτηθεί το γειτονικό κράτος. Μια αντίθεση που ο Δήμαρχος φαντάστηκε ότι μπορεί να την λύσει με τις προσωπικές σχέσεις που έχει με τον πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ, εναντιονώμενος μάλιστα στο αίσθημα της πλειοψηφίας…

Εν πάσει περιπτώσει, υπάρχει τεράστια αντίφαση αναμεταξύ της εικόνας που θέλει να δώσει ο Δήμος διεθνώς, του βαθμού με τον οποίον έχει μπλέξει σε δίκτυα και προγράμματα υπερεθνικών οργανισμών, την ίδια στιγμή που οι πραγματικές υποδομές του, οι υπηρεσίες του, μαραζώνουν και αφήνονται να καταρρεύσουν. Και εδώ υπάρχει ρήγμα. Η αντίφαση της Θεσσαλονίκης που διαφημίζεται ως περήφανο μέλος του δικτύου των «ανθεκτικών πόλεων» και της αλατιέρας που παγώνει είναι ακόμα ένα δείγμα της αντίφασης την οποία συζητούμε.

Επομένως μιλάμε για μια αυταπάτη, καταστροφική αυταπάτη η οποία έχει θέσει την πόλη μας πλέον σε καμπή και την οποία θα πρέπει να καταρρίψουμε αν επιθυμούμε να ξανα-αποκτήσει προοπτικές βιωσιμότητας και να πορευτεί με αξιοπρέπεια μέσα στον 21ο αιώνα.

Το στοίχημα απ’ όσα είπα, δεν είναι να στρέψει κανείς την πλάτη του στις ροές τις διεθνοποίησης, που ούτως ή άλλως αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικότητας και θα ‘ταν παράνοια να καμωθούμε πως είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Το ζήτημα είναι να αντιστρέψουμε την φορά τους, δηλαδή να χρησιμοποιήσουμε ακόμα και αυτές τις δυναμικές διεθνοποίησης που αγγίζουν την Θεσσαλονίκη ώστε να ενισχύσουμε την κοινωνική και εθνική της συνοχή, να επιτρέψουμε την οικονομία της να ανασυγκροτηθεί, να την αναβαθμίσουμε οικολογικά.

Τρεις είναι οι σημαντικότεροι άξονες για αυτήν την παρέμβαση

Το διεθνές προφίλ της πόλης

Η διοίκηση Μπουτάρη, θέλοντας να ‘ανοίξει’ την πόλη στην ευρύτερη περιοχή, να προσποιηθεί μιαν ορισμένη πολυπολιτισμικότητα και έναν κοσμοπολιτισμό επένδυσε στην προβολή της «Οθωμανικής Θεσσαλονίκης» –και αφήνουμε εκτός από την συζήτηση την εβραϊκή Θεσσαλονίκη, γιατί η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας πηγαίνει πιο πίσω από την Οθωμανική κατάκτηση, στα βυζαντινά και τα ρωμαϊκά χρόνια, και άρα δεν θα μας απασχολήσει εδώ.

Η οποία όμως αφορά μια ιστορική περίοδο κατάκτησης, έχει σκοτεινό χαρακτήρα, και το κυριότερο δεν είναι οικουμενική: Απευθύνεται σε όσους θέλουν να διατρανώσουν τον ένδοξο οθωμανισμό ή/και τον κεμαλισμό τους, δυο επεκτατικές ιδεολογίες φασιστικού τύπου, και άρα εγκλωβίζουν την διεθνή απήχηση της Θεσσαλονίκης σε εκείνες της μερίδες της τουρκικής κοινωνίας που τις ακολουθούν, γυρίζοντας την πλάτη στη Δύση, στον Βορρά, στους άλλους πολιτισμούς.

Σε αντίθεση με την Οθωμανική Θεσσαλονίκη, η Βυζαντινή και η ελληνορρωμαϊκή Θεσσαλονίκη είναι εξίσου κοσμοπολίτικη και πολυπολιτισμική, για όποιον θέλει να διατρανώσει εν πάσει περιπτώσει αυτές τις αξίες, έχει πολύ πιο πλούσιο ιστορικό αποτύπωμα να επιδείξει στην πόλη (τούτο φαίνεται και από την ιστορική σύνθεση των ευρημάτων που αποκαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές του μετρό), έχει πραγματικά οικουμενικό αποτύπωμα: Τις προάλλες συνάντησα έξω από την Εκκλησία των 12 Αποστόλων έναν διδακτορικό φοιτητή από την Αργεντινή, ο οποίος μελετάει τα ψηφιδωτά της Παλαιολόγειας Αναγέννησης που έχουν σωθεί μέσα στην Εκκλησία. Προσέξτε, απ’ την Αργεντινή, και το ίδιο έχει συμβεί παλαιότερα με φοιτητές από την Ισπανία κ.ο.κ.

Αυτό είναι δείκτης της πραγματικής απήχησης που έχει η ιστορική, αν θέλετε, ταυτότητα της πόλης –και είναι μια παγκόσμια απήχηση. Αναφέρεται μεν στα περίπου 200 εκατομμύρια των Βαλκανίων και της Ρωσίας, αλλά επειδή ακριβώς παρήγε ένα πολιτισμικό ίχνος που κάποτε αντιπροσώπευε μια διακριτή συνιστώσα του παγκόσμιου πολιτισμού, έχει πραγματικά πλανητικό αντίκτυπο: Π.χ. τα Δημήτρια. Γνωρίζουμε άραγε ότι τα Δημήτρια αποτελούν έναν από τους αρχαιότερους θεσμούς της πόλης της Ευρώπης, ότι πάει πίσω πάνω από 1.000 και ότι κάποτε, κατά τον 11ο αιώνα, αντιπροσώπευε ένα μείζον πανευρωπαϊκό εμπορικό και πολιτιστικό γεγονός που προσέλκυε πραγματευτάδες ταξιδευτές μέχρι και από την Γαλλία;

Άρα θα πρέπει να επενδύσουμε σε αυτό το παρελθόν, που θα μας επιτρέψει να αποκτήσουμε κι έναν τουρισμό άλλου τύπου, όχι μαζικό, της διασκέδασης κατά το Σαββατοκύριακο, αλλά τουρισμό υψηλής προστιθέμενης αξίας, συνεδριακό, εκπαιδευτικό και ιστορικό, που θα συμβάλει συν τοις άλλοις στην πολιτιστική αναγέννηση της Θεσσαλονίκης.

Η οικονομία της: Επικεντρώση στην Υψηλή Προστιθέμενη Αξία

Φυσικά το πρώτο στοιχείο που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι το πώς θα πρέπει να διασυνδέσουμε την τουριστική οικονομία με την αγροτική παραγωγή και την μεταποίηση, κυρίως τροφίμων και δευτερευόντως άλλων καταναλωτικών αγαθών ποιότητας (π.χ. ρουχισμός ή υποδήματα) που να απευθύνονται στους επισκέπτες της. Μόνον έτσι τα τουριστικά έσοδα θα λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά, και θα επιτρέψουν την αναβάθμιση και άλλων κλάδων της τοπικής οικονομίας.

Δεύτερον. Υπάρχει, λειτουργεί, διαπρέπει στην πόλη μας μια κρυμμένη, παραγωγική Θεσσαλονίκη: Το ξέρετε ότι εδώ λειτουργεί εταιρεία που παράγει λογισμικό για αερόσακους το οποίο κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία; Ότι υπάρχει άλλη εταιρεία που έχει παράγει μια καινοτομία για εκτυπωτές, η οποία έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον παγκόσμιων κολοσσών; Κι αυτά είναι δυο, μόνο, παραδείγματα πολλών, πολλών άλλων, που αποδεικνύουν ότι η παράδοση της παραγωγικής Θεσσαλονίκης μπορεί σήμερα να έχει καταντήσει δευτερεύουσα, αλλά είναι υπαρκτή και χρειάζεται ανάδειξη.

Πότε πήγε στα τελευταία 7-8 χρόνια ο Δήμαρχος σε μια τέτοια εταιρεία; Πότε αναφέρθηκε σε αυτήν; Μόνο να λέει ότι δεν παράγουμε τίποτε ξέρει, και ότι έχουμε τελειώσει.

Κι όμως δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ένα τοπικό συμβούλιο προστιθέμενης αξίας που θα φέρει κοντά όλες αυτές τις επιχειρήσεις και το πανεπιστήμιο, ώστε από κοινού με τον Δήμο να εκπονήσουν μια μακρόπνοη στρατηγική αναβάθμισης της δευτερογενούς παραγωγής, εκείνης των κεφαλαιουχικών υπηρεσιών, δηλαδή των μορφών οικονομικής δραστηριότητας υψηλής προστιθέμενης αξίας;

Τρίτον. Για τον διοικητικό εκσυγχρονισμό του Δήμου, κάτι που σχετίζεται έμμεσα αλλά αποφασιστικά με αυτό το ζήτημα: Ο Δήμος ως οργανισμός, που έχει αφεθεί να λειτουργεί με πρότυπα και νοοτροπίες 50ετίας, δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν αποκτήσει έναν αποφασιστικό μοχλό ανανέωσης.

Αυτός μπορεί να βρεθεί, καθώς ως οργανισμός μπει ο ίδιος στην διαδικασία να παράγει αξία –μεταξύ άλλων και για να πολλαπλασιάσει τα έσοδά του, προκειμένου να τα διοχετεύσει έπειτα στην κοινωνική ωφέλεια: Θα πρέπει να διερευνήσουμε, λογουχάρη, στον κλάδο της ανακύκλωσης, αν μπορεί να δραστηριοποιηθεί στην λογική της κυκλικής οικονομίας, αναπτύσσοντας δημοτικές μορφές επιχειρηματικότητας, για παράδειγμα στην ανακύκλωση ελαιοαποβλήτων –τα λάδια, λογουχάρη του κλάδου της εστίασης τα οποία αν δεν κάνω λάθος εξάγονται σήμερα στην Γερμανία. Ακόμα και την κατασκευή ενός σύγχρονου ελαιοτριβείου θα μπορούσαμε να φανταστούμε, που θα αξιοποιεί την ελαιοπαραγωγή της γειτονικής Χαλκιδικής, εξάγοντας το συσκευασμένο λάδι με συμφωνίες που θα αξιοποιούν τις αδελφοποιήσεις που έχουν γίνει με διάφορες πόλεις ανά τον κόσμο.

Τέλος, η αστική, οικολογική αναβάθμιση

Και γενικότητα η φυσιογνωμία, και ο χαρακτήρας του δομημένου χώρου στην πόλη. Πράγμα που απαιτεί μακρόπνοο σχεδιασμό προκειμένου να αντιμετωπίσουμε. Τρία σχόλια εν είδει επιλόγου:

1ον Είναι αδιανόητο ο Δήμος να τοποθετεί τραπεζοκαθίσματα στην Νέα Παραλία, σ’ ένα έργο που έχει βραβευτεί διεθνώς για την αρχιτεκτονική του αρτιότητα, και αποτελεί ένα από τα ελάχιστα πράγματα για τα οποία αποκτήσαμε πρόσωπο διεθνώς, με κάτι που δημιουργήσαμε σε αυτόν τον τόπο. Το γεγονός ότι σε αυτό το στολίδι, έρχεται να επιβάλει αυτήν την νεοελληνική κακοδαιμονία, το τραπεζοκάθισμα, νοώντας μάλιστα και ως πράξη ανάπτυξης-αξιοποίησης, αυτό είναι άνω ποταμών! Ο χειρότερος επαρχιωτισμός πακεταρισμένος ως «πρόοδος».

2ον Πρέπει να δούμε σοβαρά το ζήτημα για την βιοκλιματική αναβάθμιση της πόλης. Επενδύοντας αποφασιστικά σε πράσινο, και σε κλίμακα που θα μεταβάλει το μικροκλίμα. Αυτά που κάνει η παρούσα διοίκηση, καλώντας βιοκλιματικές αναβαθμίσεις τις τοποθετήσεις ψυχρών πλακών, και συντριβανίων, είναι αστειότητα. Ουσιαστική βιοκλιματική αναβάθμιση, είναι λογουχάρη, να επεξεργαστεί ο Δήμος ένα τοπικό πρόγραμμα στην λογική του εξοικονομώ, για την επιδότηση αστικών κήπων στις ταράτσες των σπιτιών –πρακτική που αν υιοθετηθεί σε μεγάλη έκταση θα συμβάλει στην εξισορρόπηση του αστικού κλίματος, γλυτώνοντας και κόστη ψύξης και θέρμανσης.

3ον Πρέπει να υπάρξει ουσιαστική αναβάθμιση σε πράσινο, γιατί η πόλη στενάζει από το καυσαέριο. Κι εδώ απαιτούνται πρακτικές παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας, επειδή όμως οι επενδύσεις αφορούν κυρίως φυτεύσεις, δεν έχουν μεγάλο κόστος. Κατ’ αρχάς η Ανατολική Τάφρος, που συνδέει προς το παρόν το Αλλατίνη, με τον Κερδινό Λόφο. Μπορεί να γίνει μια μεγάλη πράσινη λεωφόρος που διατρέχει το ανατολικό μέτωπο της πόλης. Αν αντιμετωπιστούν και τα ζητήματα με τις ιδιοκτησίες, μετά το Αλλατίνη, μπορεί μάλιστα, να φτάσει να συνδέει την Μίκρα με το Σέιχ Σου.

Αντιλαμβάνεστε υπό προϋποθέσεις, αυτό μπορεί να καταστεί ένα μεγάλο πράσινο τοπόσημο για την πόλη μας, καθώς κι ένας εξέχων περιπατητικός και ποδηλατικός διάδρομος.

Αντί επιλόγου: Αντιπαλότητα και συνεργασία, η πολιτική ως ενότητα αντιθέτων

Φυσικά, υπάρχουν και πράγματα τα οποία αυτή η εισήγηση άφησε απέξω. Τα οποία μάλιστα ήταν και πολύ σημαντικά. Δεν είχαμε σκοπό, ως συλλογικότητα εννοώ, να προβούμε σε μια συνολική διακήρυξη προεκλογικού τύπου: Όπως τόνισα και στην αρχή, μας ενδιαφέρει εδώ το ζουμί της υπόθεσης, οι νοοτροπίες και οι αντιλήψεις που κυβερνούν πίσω από τους ανθρώπους. Και ως προς αυτές, μπορούμε να αναγνωρίσουμε το «τέλος της μεγάλης αυταπάτης», και άρα μια καμπή, ένα έλλειμμα στρατηγικής που δημιουργείται από την κατάρρευση των προσδοκιών που καλλιεργήθηκαν κατά την προηγούμενη δεκαετία.

Για να βρούμε άλλες, πιο εφαρμόσιμες, πιο ρεαλιστικές, πιο θετικές αν θέλετε για την πλειοψηφία της πόλης –γιατί η Δημοκρατία δεν είναι μόνο ψήφοι, εκλογές και σύγκληση σωμάτων, είναι και να ιεραρχείς σωστά τις ανάγκες των ανθρώπων, ξεκινώντας να ικανοποιείς τις κοινές για τους περισσότερους και τις πιο επιτακτικές.

Θέτουμε προς συζήτηση, επομένως, αυτό το σκεπτικό, που συνοδεύεται από δυο τρεις προτάσεις τις οποίες επίτηδες τις αφήνουμε σ’ ένα βαθμό γενικότητας, ώστε να μπορέσουν να χωρέσουν μέσα άνθρωποι από διαφορετικούς χώρους κα ιδεολογικές αφετηρίες.

Γιατί παρά τα γεγονός ότι ο καθείς μας ανήκει στην τάδε ή την δείνα παράταξη, και ελπίζω και να ανήκει και στο μέλλον, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι μεγάλες στροφές, οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις και αλλαγές που απαιτούνται ώστε να ανακτήσουμε την προοπτική της εθνικής μας αυτοδιάθεσης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της πολιτιστικής και παραγωγικής αναγέννησης, απαιτούν ευρύτερες συναινέσεις που να διαπερνούν οριζόντια μέρη του παραταξιακού χάρτη της πόλης.

Γιατί η πολιτική ολοκληρώνεται όταν στην όψη της αντιπαλότητας προστεθεί και η άλλη, η όψη της συνεργασίας. Όταν γίνει ενότητα, δηλαδή, αντιθέτων. Όχι όπως στην κατηφόρα της μεταπολίτευσης όπου ο παραταξιακός άνθρωπος έχασε κάθε έννοια καθολικού δικαίου, γενικού συμφέροντος και μετέβαλε το κράτος και τους θεσμούς σε λάφυρο.

Ευχαριστώ,

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s