Οι σεισμοί στην Θεσσαλονίκη: 620-1900

39093-seismosvi

Την Τρίτη (20/6) πέρασαν 39 χρόνια από τον καταστροφικό σεισμό που έπληξε τη Θεσσαλονίκη. Η ανάμνηση του σεισμού, που προκάλεσε το θάνατο 49 ανθρώπων και την καταστροφή πολλών κτηρίων, είναι ακόμα ζωντανή στους Θεσσαλονικείς. Η Θεσσαλονίκη, βέβαια, ως τμήμα του ελλαδικού χώρου έχει υποφέρει από σεισμούς και παλιότερα. Στη Βυζαντινή περίοδο κατά μέσο όρο γίνονταν πέντε σεισμοί ανά αιώνα. Ιδιαίτερα συχνοί και ισχυροί ήταν κατά τον 4ο και 5ο αι., με μεγαλύτερο εκείνο που προκάλεσε ένα τσουνάμι στην Αλεξάνδρεια και στον χώρο του Αιγαίου το 365. Μια που η Θεσσαλονίκη αναφέρεται σε πάμπολλες βυζαντινές πηγές, οι μαρτυρίες αλλά και τα αρχαιολογικά τεκμήρια είναι ενδιαφέροντα.

σεισμοί 550 πΧ 1899 μ.Χ.

Σεισμοί στην Ελλάδα μεταξύ 550 π.Χ. – 1899 μ.Χ. Πηγή: Β. Παπαζάχος – Κ. Παπαζάχου, Οι σεισμοί της Ελλάδας, Θεσσαλονίκη 2003. Στο κόκκινο πλαίσιο, η περιοχή της Θεσσαλονίκης.

 

Αξιοσημείωτοι σεισμοί έλαβαν χώρα στις αρχές του 7ου αι. και συγκεκριμένα το 618 ή 620. Ο σεισμός αυτός, μνεία του οποίου γίνεται σε συλλογή θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου (η οποία γράφηκε τον 8ο αι.) αναφέρει ότι δεν υπήρξαν ανθρώπινες απώλειες: Οι αρχικοί προειδοποιητικοί σεισμοί είχαν ως αποτέλεσμα ότι «ο περισσότερος κόσμος ήταν άοπλος και διασκορπισμένος σε διάφορα μέρη έξω από την πόλη επειδή κανείς δεν τολμούσε να μπει έστω και για λίγο σε σπίτι». Σύμφωνα με την περιγραφή ωστόσο, «τα σπίτια κλυδωνίζονταν σαν πλοία, άνθρωποι ούτε όρθιοι μπορούσαν να σταθούν ούτε καθισμένοι αλλά όλα σάλευαν σαν μεθυσμένα». Από τους πολυήμερους σεισμούς «πάμπολλα κτήρια είχαν καταρρεύσει», «μεγάλα σπίτια και στοές» των αγορών. Οι σεισμοί αυτοί έθαψαν τμήματα του λιθόστρωτου δρόμου που αντιστοιχεί στην σημερινή Εγνατία (τη βυζαντινή Λεωφόρο), κι αυτό τεκμηριώνεται αρχαιολογικά από τις πρόσφατες ανασκαφές στη διασταύρωση Βενιζέλου κι Εγνατίας. Καθώς τα κτήρια της ύστερης Αρχαιότητας ενίοτε είχαν δεύτερο ή και τρίτο όροφο, τα οικοδομικά υλικά από τα καταρρέοντα κτήρια, όταν δεν χρησιμοποιούνταν για νέες κατασκευές, αφήνονταν στη θέση όπου κατέπεσαν και σκέπαζαν την επιφάνεια του εδάφους ανυψώνοντάς την, με αποτέλεσμα π.χ. να παρατηρείται ότι σταδιακά τα ισόγεια του 4ου αι. στη Θεσσαλονίκη έγιναν υπόγεια ώς τον 9ο. Επίσης, βασικές οδοί, όπως η σημ. Βενιζέλου (cardo) άλλαξαν πορεία εξαιτίας των ερειπίων. Οι σεισμοί του 7ου μεταξύ άλλων ερείπωσαν το οκτάγωνο κτήριο στο Ανάκτορο του Γαλερίου, το οποίο έκτοτε χρησιμοποιήθηκε ως δεξαμενή, ενώ αρκετά από τα κτίσματα της ρωμαϊκής Αγοράς επίσης κατέπεσαν. Η σημερινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας βρίσκεται στη θέση παλαιότερης εκκλησίας η οποία γκρεμίστηκε κατά τους σεισμούς του 620 και είχε αρκετά μεγαλύτερο μήκος. Ο Άη Δημήτρης φαίνεται ότι κάηκε εξαιτίας των σεισμών, και αργότερα ξαναχτίστηκε παίρνοντας τη σημερινή του μορφή. Κι άλλες εκκλησίες έπαθαν καταστροφές, όπως στη Ροτόντα η αψίδα του ιερού. Μάλιστα, με αφορμή τους σεισμούς αυτούς διάφορα σλαβικά φύλα προχώρησαν προς την Θεσσαλονίκη την οποία προσπάθησαν να καταλάβουν, μάταια όμως. Ανέμεναν, παρατηρώντας από μακριά, μετά το κατακάθισμα της σκόνης η οποία είχε υψωθεί στον ουρανό από το γκρέμισμα των κτηρίων στην πόλη, ότι θα είχαν πέσει τα τείχη της κι έτσι η πόλη θα αποτελούσε εύκολη λεία. Όταν όμως κατέφθασαν έξω από την πόλη με έκπληξη διαπίστωσαν ότι τα τείχη δεν είχαν γκρεμιστεί, όπως αναφέρουν τα «Θαύματα του Αγίου Δημητρίου» (συλλογή Β’, 3ο θαύμα): «Οι Σκλαβίνοι … είδαν τον αέρα να σκοτεινιάζει για πολλές ώρες από τη σκόνη των καταρρεύσεων. Έτρεξαν τότε στους προς την πόλη λόφους και είδαν όλη την πόλη σωριασμένη σε ερείπια· και παίρνοντας σκαπάνες και άλλα εργαλεία  όρμησαν άοπλοι –εφόσον πίστευαν ότι όλοι είχαν πεθάνει– για να ανασκάψουν τα ερείπια και να πάρουν τα πράγματα  των πολιτών· και όταν πλησίασαν στην πόλη είδαν το τείχος ακέραιο και οπλίτες να φρουρούν το τείχος και την έξω περιοχή· και κατατρομαγμένοι γύρισαν πίσω άπρακτοι» (μτφ. Αλόης Σιδέρη). Ακόμα ένας σεισμός μαρτυρείται, στο 677, κατά την πολιορκία της πόλης από τους Αβάρους, επίσης αποτυχημένη.

Ένας ακόμα σεισμός, που έπληξε περισσότερο τη Βέροια, έγινε κατά τον 9ο αι.. Από τα αρχαιολογικά τεκμήρια πάλι, όσον αφορά τη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου φαίνεται ότι ο σεισμός ολοκλήρωσε την καταστροφή του κεντρικού θόλου και του οικοδομήματος που υπήρχε στη διασταύρωση των δύο οδών. Αργότερα, μεταξύ Σεπτέμβριου του 1419 και Αυγούστου 1420 αναφέρεται ότι έγινε σεισμός που έπληξε αρκετά την πόλη και μάλλον κατέστρεψε τμήμα των τειχών της. Τρεις μέρες πριν από την Άλωση της πόλης, στις 26 Μαρτίου 1430, ένας σεισμός έπληξε πάλι την Θεσσαλονίκη, προκαλώντας ζημιές και πάλι στα τείχη. Οι δύο αυτοί σεισμοί αναφέρονται από τον Ιωάννη Ευγενικό καθώς και τον Ιωάννη Αναγνώστη.

Κι αργότερα, στη μεταβυζαντινή περίοδο, η Θεσσαλονίκη χτυπήθηκε συχνά από σεισμούς. Έτσι, το 1677 ένας σεισμός με επίκεντρο τα Βασιλικά προκάλεσε ζημιές και στην πόλη. Σεισμοί που έλαβαν χώρα στις αρχές του 18ου αι. κατέστρεψαν τη στέγη του Αγίου Δημητρίου, το κτήριο του οποίου σείστηκε. Αρκετοί σεισμοί αναφέρονται το 1714-1715. Επίσης, τα έτη 1719 και 1738. Το 1759, πολλά σπίτια κατέρρευσαν και οι κάτοικοί τους σκοτώθηκαν ή σκόρπισαν στην ύπαιθρο, ενώ την ίδια εποχή η επιδημία χολέρας θανάτωνε αρκετούς. Σεισμοί μαρτυρούνται το 1760-62 και 1765. Το 1766 σεισμός προκάλεσε την κατάρρευση τμήματος του ελληνικού νοσοκομείου. Άλλοι σεισμοί έγιναν το 1768, το 1783, όταν έπαθαν ζημιές τα τείχη και αρκετοί έμποροι καταπλακώθηκαν από τα γκρεμισμένα κτήρια στο λιμάνι, το 1829, όταν διάφορα τζαμιά και λίθινα κτίσματα υπέστησαν ζημιές, τα έτη 1845-7, 1851, 1853, 1855-1860, 1864, κατά τον οποίο το Μπεζεστένι έπαθε ζημιές ενώ τα θαλάσσια τείχη κατέρρευσαν τμηματικά, στα 1865-7, 1869-73, 1875-76, 1882, 1885, 1889, 1893-5 και 1897.

Το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη διαχρονικά υπόκειται και σίγουρα θα συνεχίσει να υπόκειται στην καταστρεπτική δύναμη του Εγκέλαδου θα πρέπει να προβληματίσει αρχές και πολίτες, και η γνώση του παρελθόντος να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των επόμενων σεισμών. Οι αρχές, και ειδικά ο Δήμος, θα πρέπει να διαθέτουν επαρκείς υλικοτεχνικές υποδομές για την περίπτωση σεισμού, άμεσα χρησιμοποιήσιμες και εύκολα προσβάσιμες, και να κάνουν τακτικά ασκήσεις ετοιμότητας. Όσον αφορά την κοινωνία, οι νοοτροπίες του παρελθόντος μπορούν να συνδυαστούν με τη σύγχρονη τεχνογνωσία. Χαρακτηριστικά, οι Αρχαίοι και οι Βυζαντινοί, επειδή είχαν επίγνωση της σεισμικότητας της περιοχής, απέφευγαν να κτίζουν πανύψηλα κτήρια, με την εξαίρεση ναών, εκκλησιών και δημοσίων κτηρίων, έθεταν (οι δεύτεροι) υψομετρικό όριο στις ιδιωτικές οικοδομές, και γνώριζαν πως τα ελαφρά κατασκευασμένα κτήρια (π.χ. Αγία Σοφία) αντέχουν περισσότερο στους σεισμούς.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s