Δανεισμός του Δήμου Θεσσαλονίκης: Για ποιον και γιατί;

 2

Αυτονοήτως, οι όροι ενός δημόσιου δανείου δεν καθιστούν από μόνοι τους την σύναψή του αφ’ εαυτής αποτελεσματική. Αν ήταν έτσι, ο –έπειτα από την είσοδό μας στην ΟΝΕ– κατά τεκμήριο πολύ ευνοϊκός δανεισμός που πραγματοποίησε το ελληνικό κράτος μέσα στην δεκαετία του 2000 δεν θα μας είχε οδηγήσει στην βαριά χρεοκοπία του 2010, από την οποία δεν έχουμε συνέλθει διόλου εφτά χρόνια μετά.

Φαίνεται πως η διοίκηση Μπουτάρη δεν έλαβε αυτό το υπέρτατο μάθημα από την εξέλιξη των επτά τελευταίων, και τραγικών για τον τόπο, χρόνων και συνεχίζει ακάθεκτη τις νοοτροπίες και τις αντιλήψεις του παρελθόντος. Ενός κατεστημένου που βύθισε στην χώρα στο μεγαλύτερο αδιέξοδο που αντιμετωπίζει στην σύγχρονη ιστορία της.

Όλα αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα για μια διοίκηση που έχει απολύτως επιτακτική ανάγκη μιας «ζεστής ρευστότητας», με προοπτική θητείας μάλιστα, προκειμένου να διασωθεί από τον κακό της εαυτό, που την κατατρύχει και που απειλεί να μεταβάλει αυτήν την δεύτερη θητεία Μπουτάρη σε φιάσκο.

Η διοίκηση χρειάζεται επειγόντως κεφάλαια, που στην περίπτωσή της θα χρησιμεύσουν ως «καύσιμα» για την επίτευξη της ενδοπαραταξιακής ενότητας, αλλά και για την υλοποίηση μέρους του Τεχνικού της Προγράμματος -που θα της επιτρέψει να προσποριστεί την επικοινωνιακή υπεραξία των έργων ενόψει των εκλογών του 2019.

Δηλαδή, ο δανεισμός από την Ε.Τ.Επ. έχει κυρίως πολιτικά κίνητρα, και αυτό το σημείο είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να κατανοήσουμε τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν στην χρεοκοπία την χώρα: Το πολιτικό κατεστημένο έχει μεταβάλει βασικά δημοσιονομικά εργαλεία όπως ο δανεισμός, που σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσαν να αποβούν πολύ χρήσιμα για την ανάπτυξη της χώρας και όλων των επί μέρους τοπικοτήτων της, σε μέσα για την δική του επιβίωση και την παραμονή του στην εξουσία. Αυτό ακριβώς κάνει η διοίκηση Μπουτάρη.

Κι όμως, παρά τα λεγόμενά της, είναι μια κίνηση που χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από υψηλό ρίσκο και, αντιστρόφως ανάλογα, από μικρά περιθώρια απόδοσης. Και εξηγούμαστε:

 Πρώτον. Τα δημοσιονομικά του Δήμου Θεσσαλονίκης, πέραν του αφηγήματος της «δημιουργικής λογιστικής» που επιστρατεύει η αντιδημαρχία Οικονομικών, βρίσκονται σε καμπή. Τα έσοδα από τα δημοτικά τέλη μειώνονται διαρκώς, καθώς η κρατική πολιτική συνεχίζει απτόητη στην κοινωνική και οικονομική καταστροφή· τα αμέσως επόμενα χρόνια, επίκειται ο καταλογισμός αποζημιώσεων, έναντι απαλλοτριώσεων, πράξεις που θα ανατρέψουν την δημοσιονομική εικόνα του Δήμου καθώς θα απαιτηθεί σημαντικό ύψος κεφαλαίων για την κάλυψή τους. Άρα, η εξυπηρέτηση του δανείου, όσο ευνοϊκή κι αν είναι (για να έχουμε μια τάξη μεγέθους, μπορούμε να πούμε ότι είναι σαν, από το 2023 κι έπειτα, ο κάθε δημότης της πόλης θα πρέπει να καταβάλει το πολύ 155€/χρόνο) δεν θα γίνει σε δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα, όπως επαναλαμβάνει σε κάθε τόνο η προπαγάνδα της διοίκησης.

Δεύτερον, και σημαντικότερο. Παρά τις δημοσιονομικές δυσχέρειες η δομή του δανεισμού (καθώς «σπάει» σε επιμέρους δόσεις, κι η κάθε δόση αντιμετωπίζεται σαν ξεχωριστό δάνειο) θα μπορούσε να επιτρέψει την αποδοτική του απορρόφηση. Αλλά αυτό, μπορεί να συμβεί μόνο στο φανταστικό σενάριο ύπαρξης μιας άλλης διοίκησης, που να διαθέτει στρατηγικό όραμα οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της Θεσσαλονίκης, καθώς και μιας βαθιάς διοικητικής μεταρρύθμισης από τον ίδιο τον Δήμο.

Κοινώς, η διοίκηση Μπουτάρη έχει παρελθόν· και μέχρι σήμερα δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να εμπνευστεί, να σχεδιάσει και να υλοποιήσει έξυπνα και ωφέλιμα έργα για την πόλη· ούτε ότι είναι σε θέση να ανασυγκροτήσει τις υπηρεσίες και τους μηχανισμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης προκειμένου να λειτουργήσουν σε αποδοτική και αναπτυξιακή κατεύθυνση.

Ως Μένουμε Θεσσαλονίκη, αναδείξαμε αυτά τα ζητήματα στο πλαίσιο του συμμετοχικού ελέγχου που πραγματοποιήσαμε για το έργο Βιοκλιματικής Αναβάθμισης Πλατείας Χρηματιστηρίου -όπου ας μην ξεχνάμε η διοίκηση σιωπηρώς αποδέχτηκε τα πορίσματά του. Τα ίδια επιβεβαιώνονται και στην περίπτωση της «βιοκλιματικής αναβάθμισης» στο κτήριο της Κεντρικής Βιβλιοθήκης, έργο το οποίο έχει σπάσει κάθε ρεκόρ καθυστέρησης, φτάνοντας να παρακαλάμε υπουργούς ως Δήμος για να μην χάσουμε την ευρωπαϊκή του χρηματοδότηση. Για να μην μιλήσουμε για τα διοικητικά, την εμπλοκή εισαγγελέα για διαγωνισμούς στην καθαριότητα, ή για το ότι λόγω γραφειοκρατικού σουρεαλισμού την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές ο  Δήμος έχει ξεμείνει από καύσιμα αφήνοντας τα σκουπίδια στους δρόμους. Όλα αυτά δεν αποτελούν δείγμα επιδόσεων της διοίκησης και των υπηρεσιών;

Τέλος, είναι και η σύνθεση του ενδεικτικού (διάβαζε: πρόχειρου) καταλόγου των έργων στα οποία θα απορροφηθούν τα κεφάλαια του δανείου. Όπου αποκαλύπτεται το στρατηγικό αδιέξοδο της «Πρωτοβουλίας» καθώς και πάλι επιμένει σε έργα αναπλάσεων και εξωραϊσμού του ιστορικού κέντρου (ανάπλαση Αγίας Σοφίας στο τμήμα Τσιμισκή-Λεωφόρου Νίκης, ανάπλαση Πλατείας Ελευθερίας, συμμάζεμα της Ικτίνου κ.ο.κ.), στο πλαίσιο μιας χωροταξικής στρατηγικής που συμφέρει κυρίως το κτηματομεσιτικό και το τουριστικό κεφάλαιο καθώς με τις πλάτες των Δημοτών υλοποιούνται έργα που θα αναβαθμίσουν τις αξίες γης και θα δώσουν «αέρα» στις τουριστικές επιχειρήσεις.

Ζητείται, δηλαδή, από τους δημότες όλης της πόλης να «βάλουν πλάτη» ώστε να υλοποιηθούν παρεμβάσεις, οι οποίες για άλλη μια φορά περιορίζονται στον στενό κύκλο ακτίνας δύο το πολύ χιλιομέτρων, στην καρδιά του κέντρου της πόλης. Και για το κοινωνικό πρόσχημα-κερασάκι στην τούρτα περιλαμβάνονται και μια σειρά παρεμβάσεων για την συντήρηση και τον εκσυγχρονισμό υποδομών σχολικής στέγης –αν και κανείς αναρωτιέται γιατί να απαιτείται δανεισμός για έργα τα οποία υποτίθεται ότι οι Θεσσαλονικείς ήδη έχουν πληρώσει με την φορολόγησή τους από το κράτος.

Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν: Ο Δήμος μάς ζητάει να εγκρίνουμε την πρόσβασή του σε «φτηνό χρήμα», στο πλαίσιο μιας λογικής που αναπαράγει τις χειρότερες νοοτροπίες του πολιτικού κατεστημένου της χώρας: Δάνεια που στην ουσία ικανοποιούν (μικρο)πολιτικές αναγκαιότητες· που ενισχύουν μια λογική παρασιτισμού καθώς η απορρόφησή τους δίνει και πάλι προβάδισμα σε ένα οικονομικά μη-βιώσιμο, και κοινωνικά επιζήμιο μοντέλο ανάπτυξης· που επιβεβαιώνουν με τον χειρότερο τρόπο μιαν αντίληψη απίστευτου χωροταξικού  συγκεντρωτισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο Δήμος επικεντρώνει τις παρεμβάσεις του σχεδόν αποκλειστικά, στην περιοχή μεταξύ της ΧΑΝΘ και του Βαρδάρη, για να εγκαταλείψει την υπόλοιπη πόλη στις τύχες της.

Ε, λοιπόν, όχι. Ο δανεισμός, όσο κι αν συμφέρει, δεν θα πρέπει να «μπουκώσει» με την ρευστότητά του, όλες αυτές τις παθογένειες που προαναφέραμε. Εξάλλου, η πόλη χρειάζεται ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, καθοριστικές παρεμβάσεις, μια νέα τοπική στρατηγική για την ανασυγκρότησή της. Και όχι «δάνεια επιβίωσης» του τοπικού πολιτικού κατεστημένου.

Έτσι, είμαστε υποχρεωμένοι να απορρίψουμε τις εκκλήσεις της διοίκησης για συνεργασία, και να καταψηφίσουμε την πρόταση δανείου από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Εμείς, την υπογραφή μας στην συνέχιση πρακτικών και νοοτροπιών που έβλαψαν όσο οτιδήποτε αυτόν τον τόπο, δεν θα την βάλουμε.

Υστερόγραφο:

Με τον τρόπο που σχεδιάζει να αξιοποιήσει η διοίκηση Μπουτάρη το εν λόγω δάνειο, όντως χάνεται μια μεγάλη ευκαιρία για τον Δήμο Θεσσαλονίκης. Γιατί θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε αυτήν την φθηνή πηγή ρευστότητας για την υλοποίηση μιας εναλλακτικής πολιτικής, φθηνότερης, εξυπνότερης, κοινωνικά  και οικονομικά επωφελέστερης:

*Αν, αντί για τις «βαριές βιοκλιματικές αναπλάσεις» κόστους εκατομμυρίων, είχε προκριθεί μια πολιτική επένδυσης σε πράσινο (αποκατάσταση / δημιουργία πάρκων, εγκατάσταση δικτύου αστικών περιβόλων, κατασκευή πράσινων διαδρόμων μεταξύ του Σέιχ Σου και της θάλασσας κ.ο.κ.), οικολογικής αναβάθμισης των πλατειών, των ελεύθερων χώρων, των μεγάλων δρόμων της πόλης, ήδη η εικόνα της θα ήταν πολύ καλύτερη.

*Αν, αντί για ένα έργο πολύπλοκων υποδομών για τα απορρίμματα (υπογειοποίηση των κάδων), προκρίνονταν μια πολιτική αναβάθμισης της ανακύκλωσης μέσω στοχευμένων δράσεων: Παράδειγμα, η καθιέρωση δημοτικής ανακύκλωσης των επαγγελματικών και οικιακών ελαιοαποβλήτων, για την θέρμανση των δημόσιων κτηρίων της πόλης, η εκπόνηση προγράμματος για την χρήση ανακυκλώσιμων υλικών στην οδοποιία κ.ο.κ.

*Αν, ο Δήμος είχε εκπονήσει μια σοβαρή ενεργειακή στρατηγική για την μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων: Για παράδειγμα, με την εκπόνηση ενός προγράμματος εγκατάστασης μικρών και φιλικών προς το τοπίο αιολικών,  στο μέτωπο της νέας παραλίας.

Υπάρχουν, δηλαδή, πολλά ενδεικτικά παραδείγματα για να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι αυτή είναι δόκιμη και εφικτή. Παραμένει όμως αδύνατη προς το παρόν, καθώς όντας κομμάτι του κατεστημένου, η διοίκηση Μπουτάρη δεν διαθέτει ούτε το πολιτικο-ιδεολογικό υπόβαθρο και την προγραμματική επεξεργασία που θα της επέτρεπε να επεξεργαστεί ένα τέτοιο πρόγραμμα, ούτε τις κατάλληλες κοινωνικές συμμαχίες που θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν την πόλη προς αυτήν την κατεύθυνση. Γιατί είναι μια δύναμη του κατεστημένου, φθαρμένη, κουρασμένη και εξαντλημένη όσο είναι και αυτό.

Μένουμε Θεσσαλονίκη, 28/02/2017

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s